περιασθμαίνω

περιασθμαίνω
περι-ασθμαίνω, umhauchen, tief atmen, keuchen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • περιασθμαίνω — Α 1. ασθμαίνω ολόγυρα 2. αναπνέω με δυσκολία. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ἀσθμαίνω «αναπνέω με δυσκολία»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”